Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to need
01
χρειάζομαι, απαιτώ
to want something or someone that we must have if we want to do or be something
Transitive: to need sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
need
γ΄ ενικό πρόσωπο
needs
ενεστώτα μετοχή
needing
απλός αόριστος
needed
παθητική μετοχή
needed
Παραδείγματα
Do you need any help with your project?
Χρειάζεστε βοήθεια με το έργο σας;
02
πρέπει, χρειάζομαι
used for saying what one should or has to do
Transitive: to need to do sth
Παραδείγματα
All I need to do is sign the contract to finalize the deal.
Το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να υπογράψω το συμβόλαιο για να ολοκληρώσω τη συμφωνία.
03
χρειάζομαι, πρέπει
to be required or obliged to do a certain thing
Παραδείγματα
He needn't worry about the deadline, there's still time.
Δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την προθεσμία, υπάρχει ακόμα χρόνος.
Need
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
needs
Παραδείγματα
He feels a deep need to be successful.
Αισθάνεται μια βαθιά ανάγκη να είναι επιτυχημένος.
02
ανάγκες, αναγκαιότητες
(usually plural) a set of things that allow someone to achieve their goal or live comfortably
Παραδείγματα
Food, shelter, and clothing are basic needs for human survival.
Τα τρόφιμα, η στέγαση και τα ρούχα είναι βασικές ανάγκες για την επιβίωση του ανθρώπου.
03
ανάγκη, ακραία φτώχεια
a state of extreme poverty or destitution
04
ανάγκη, επιταγή
the psychological feature that arouses an organism to action toward a desired goal; the reason for the action; that which gives purpose and direction to behavior
Λεξικό Δέντρο
needer
need



























