necrosis
Pronunciation
/nəˈkɹoʊsəs/

Ορισμός και σημασία του "necrosis"στα αγγλικά

01

νέκρωση, νεκρωτικός θάνατος κυττάρων

a type of cell death that occurs due to injury, infection, inflammation, or other forms of cellular stress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The autopsy revealed that the cause of death was necrosis of the liver due to acute alcohol poisoning.
Η αυτοψία αποκάλυψε ότι η αιτία του θανάτου ήταν νεκρώσεις του ήπατος λόγω οξείας αλκοολικής δηλητηρίασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store