necrosis
nec
ˈnɛk
nek
ro
rəʊ
rew
sis
sɪs
sis
necrolysisneurosisnephrosis

Ορισμός και σημασία του "necrosis"στα αγγλικά

01

νέκρωση, νεκρωτικός θάνατος κυττάρων

a type of cell death that occurs due to injury, infection, inflammation, or other forms of cellular stress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
necroses
Παραδείγματα
The doctor diagnosed necrosis in the patient's limbs, which had turned black and blue due to lack of blood flow. 

Ο γιατρός διέγνωσε νεκρώσεις στα άκρα του ασθενούς, που είχαν γίνει μαύρα και μπλε λόγω έλλειψης ροής αίματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store