λιμός,θάνατος από πείνα
δίαιτα πείνας,δίαιτα νηστείας
πεθαίνω από την πείνα,είμαι πολύ πεινασμένος
πεινασμένος,λιμοκτονούντας
πεινασμένος,πεθαίνει από την πείνα • λιμοκτονία,στέρηση τροφής
κρυψώνα,κρυφό απόθεμα • κρύβω,αποθηκεύω
κρύβω,αποθηκεύω
κρυψώνα,κρυφή τοποθεσία
αμέσως,ακαριαία
κατάσταση,θέση • δηλώνω,εκφράζω • κρατικός,δημόσιος
δημόσια εκπαίδευση,κρατική εκπαίδευση
κρατική οδός,επαρχιακή οδός
κτίριο της πολιτειακής νομοθετικής συνέλευσης,καπιτώλιο της πολιτείας
κρατικά μέσα ενημέρωσης,δημόσια μέσα ενημέρωσης
κατάσταση χάρης,θεία χάρη
κατάσταση του νου,ψυχική διάθεση
δημόσιο σχολείο,κρατικό σχολείο
κρατικό πανεπιστήμιο,δημόσιο πανεπιστήμιο
προηγμένος,υπερσύγχρονος
τέχνη της διακυβέρνησης,διπλωματία
επίσημος,μεγαλοπρεπής
ιστορικό σπίτι,επίσημη κατοικία
δήλωση,κατάθεση
πολιτικός,πολιτικός ηγέτης
σε όλη την πολιτεία,σε κρατικό επίπεδο • σε όλη την πολιτεία,σε κρατικό επίπεδο
στατικός,ακίνητος • αυστηρή κριτική,καταδίκη
στατικός χαρακτήρας,αμετάβλητος χαρακτήρας
στατικός ηλεκτρισμός,ηλεκτροστατική
στατικό τραπέζιο,ακίνητο τραπέζιο
στατικά,με αμετάβλητο τρόπο
στατική,η στατική
στατίνη
σταθμός,στάση • στρατοπεδεύω,αποστέλλω
πράκτορας σταθμού,υπάλληλος σταθμού
αστυνομικό τμήμα,πυροσβεστική σταθμός
station wagon,κombi
station wagon,οικογενειακό αυτοκίνητο
ακίνητος,σταθερός
χαρτοπώλης,πωλητής γραφικής ύλης
χαρτοπωλείο,κατάστημα χαρτικών
εμπορείο χαρτικών,χαρτί επιστολών
πωλητής ειδών γραφείου,έμπορος γραφικής ύλης
σταθμάρχης,διευθυντής σταθμού
κρατισμός,κρατική παρέμβαση
στατιστική,στατιστικά δεδομένα
στατιστικός
στατιστικά
στατιστικολόγος, στατιστικός
στατιστική
ρήμα κατάστασης,στατικό ρήμα
άγαλμα,γλυπτό
Άγαλμα της Ελευθερίας,Η Ελευθερία που Φωτίζει τον Κόσμο
αγαλματώδης,γλυπτικός
αγαλματίδιο,μικρό αγαλματάκι
κύρος,υπόληψη
κατάσταση,θέση
κατάσταση κουό,τρέχουσα κατάσταση
νόμος,καταστατικό • νομοθετικός,καταστατικός
γραπτός νόμος,νομοθετικό δίκαιο
παραγραφή,προθεσμία παραγραφής
νομικός,καταστατικός
κανονιστικό μέσο,κανονιστικό διάταγμα
νομικό αδίκημα,καταστατικό αδίκημα
καταστατικός βιασμός,σεξουαλική επαφή με άτομο κάτω από την ηλικία συγκατάθεσης
σταθερός,πιστός • σταματώ,εμποδίζω
σταθερά,αποφασιστικά
σανίδα,λαβίδι • τρυπώ,εκρήγνυμαι
ξύλινη εκκλησία,εκκλησία με κολόνες
αποτρέπω,καθυστερώ
μένω,παραμένω • διαμονή,παραμονή
παραμένω μπροστά,διατηρώ το πλεονέκτημα
κρατιέμαι μακριά,αποφεύγω
παραμένω πίσω,παραμένω στη θέση μου
μένω μέσα,μένω σπίτι
παραμένω,συνεχίζω
κρατιέμαι μακριά,δεν εμπλέκομαι
διανυκτερεύω,μένω για ύπνο
μένω ξύπνιος,δεν πάω για ύπνο
σπιτογατάκι,άτομο που δεν ταξιδεύει • κατάκοιτος,μη ταξιδιωτικός
staycation,διακοπές στο σπίτι
άλογο μεγάλων αποστάσεων,stayer
σύμβαση Stayman,σύστημα προσφορών Stayman
κορσές,στάνιο
σταθερός,ακλόνητος
σταθερά,με αποφασιστικότητα
steadicam,σύστημα σταθεροποίησης κάμερας
σταθερά,σταδιακά
σταθερός,σταθερή • σταθεροποιώ,ηρεμώ • σταθερός σύντροφος,αγόρι/κορίτσι • σταθερά,σταθερώς
μπριζόλα,φιλέτο
μαχαίρι μπριζόλας,μαχαίρι κρέατος