stationmaster
sta
ˈsteɪ
στει
tion
ʃən
σαν
mas
ˌmɑ:s
μασ
ter
τα

Ορισμός και σημασία του "stationmaster"στα αγγλικά

01

σταθμάρχης, διευθυντής σταθμού

a person in charge of managing operations at a railway station 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stationmasters
Παραδείγματα
The stationmaster announced the arrival of the express train. 

Ο σταθμάρχης ανακοίνωσε την άφιξη του υπεραστικού τρένου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stationmaster

station

+

master

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store