Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stationery
Παραδείγματα
She stocked up on stationery before the start of the school year, buying notebooks, pens, and folders.
Αποθήκευσε γραφική ύλη πριν από την έναρξη του σχολικού έτους, αγοράζοντας σημειωματάρια, στυλό και φακέλους.
02
εμπορείο χαρτικών, χαρτί επιστολών
paper designed for writing letters, often sold with matching envelopes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stationeries
Παραδείγματα
She chose elegant stationery for her thank-you notes.
Επέλεξε κομψό χαρτοπωλείο για τις σημειώσεις ευχαριστιών της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stationery
station



























