Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay over
01
διανυκτερεύω, μένω για ύπνο
to spend the night at a particular location, typically away from one's own residence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay over
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays over
ενεστώτα μετοχή
staying over
απλός αόριστος
stayed over
παθητική μετοχή
stayed over
Παραδείγματα
The student stayed over at the library to study for an important exam.
Ο φοιτητής έμεινε για τη νύχτα στη βιβλιοθήκη για να μελετήσει για ένα σημαντικό διαγώνισμα.



























