statistics
sta
stə
στα
tis
ˈtɪs
τισ
tics
tɪks
τικσ
cladisticsballisticslogisticslinguistics
stats

Ορισμός και σημασία του "statistics"στα αγγλικά

01

στατιστική

a field of science that deals with numerical data collection or analysis 
statistics definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The teacher taught us how to use statistics to analyze survey results. 

Ο δάσκαλος μας δίδαξε πώς να χρησιμοποιούμε τα στατιστικά για να αναλύουμε τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

statistics
statist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store