Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stature
01
κύρος, υπόληψη
the high level of respect people have for someone based on their impressive achievements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His work elevated him to a position of great stature in the scientific community.
Η δουλειά του τον ανέβασε σε μια θέση μεγάλης αξιοπιστίας στην επιστημονική κοινότητα.
02
ύψος, κατασκευή
the height of a person or animal when standing upright
Παραδείγματα
She was of small stature but possessed a strong, confident presence.
Ήταν μικρού ανάστηματος αλλά διέθετε μια δυνατή, αυτοπεπεισμένη παρουσία.



























