Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nehmen
01
παίρνω, πιάνομαι
Etwas in die Hand nehmen oder erhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt
ενεστώτα μετοχή
nehmend
απλός αόριστος
nahm
παθητική μετοχή
genommen
Παραδείγματα
Nimm bitte das Geld!
Παρακαλώ, πάρτε τα χρήματα!
02
παίρνω, σηκώνω
Etwas von einem Ort entfernen
Παραδείγματα
Ich nehme den Müll mit.
Παίρνω τα σκουπίδια μαζί μου.
03
παίρνω
Ein Verkehrsmittel benutzen
Παραδείγματα
Wir nehmen den Bus zur Arbeit.
Εμείς παίρνουμε το λεωφορείο για να πάμε στη δουλειά.
04
παίρνω, καταναλώνω
Medikamente oder Nahrung zu sich nehmen
Παραδείγματα
Nimm deine Medizin!
Πάρε το φάρμακό σου !
05
χρησιμοποιώ, χρησιμοποιώ
Etwas benutzen
Παραδείγματα
Kann ich deinen Stift nehmen?
Μπορώ να πάρω το στυλό σου;
06
δίνω, περνώ
Eine Prüfung ablegen oder Zeit verbringen
Παραδείγματα
Sie hat das Examen genommen.
Έχει δώσει τις εξετάσεις.
07
καταλαμβάνω, κατακτώ
Militärisch einnehmen
Παραδείγματα
Die Armee nahm die Stadt ein.
Ο στρατός κατέλαβε την πόλη.
08
παίρνω, καταλαμβάνω
Sich etwas aneignen
Παραδείγματα
Er nahm den besten Platz für sich.
Αυτός πήρε την καλύτερη θέση για τον εαυτό του.



























