Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encaisser
01
εισπράττω
recevoir de l'argent en échange d'un paiement ou d'un document
Παραδείγματα
Nous devons encaisser les factures avant la fin du mois.
Πρέπει να εξοφλήσουμε τους λογαριασμούς πριν από το τέλος του μήνα.
02
αντέχω, υπομένω
supporter une situation ou une personne difficile
Παραδείγματα
Nous devons encaisser les retards sans panique.
Πρέπει να αποδεχτούμε τις καθυστερήσεις χωρίς πανικό.
03
περικυκλώνω, περιαστράζω
entourer ou envelopper quelque chose
Παραδείγματα
Les sentiers encaissaient la forêt dense.
Τα μονοπάτια περικύκλωναν το πυκνό δάσος.
04
δεχθεί γκολ
recevoir un but dans un match
Παραδείγματα
Ils ont encaissé un but dès la première minute.
Δέχτηκαν ένα γκολ από το πρώτο λεπτό.
05
βάζω στο ταμείο, τοποθετώ στο ταμείο
mettre de l'argent ou un objet dans un récipient sécurisé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
encaisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
encaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
encaisserai
παθητική μετοχή
encaissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
encaissions
Παραδείγματα
Le vendeur encaisse l' argent dans le tiroir - caisse.
Ο πωλητής τοποθετεί τα χρήματα στο συρτάρι μετρητών.



























