Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enchanter
01
γοητεύω, ευχαριστώ
produire un grand plaisir ou fascination, ou exercer un charme magique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enchante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enchantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enchanterai
παθητική μετοχή
enchanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enchantions
Παραδείγματα
La beauté du paysage enchante les touristes.
Η ομορφιά του τοπίου γοητεύει τους τουρίστες.
02
utiliser la magie pour produire un effet merveilleux ou magique
Παραδείγματα
Elle se sent encha ntée par la beauté du paysage.



























