Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévorer
01
καταβροχθίζω, καταπίνω
manger rapidement et avec avidité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévorerai
ενεστώτα μετοχή
dévorant
παθητική μετοχή
dévoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévorions
Παραδείγματα
Il a dévoré son repas en moins de cinq minutes.
Αυτός κατάπια το γεύμα του σε λιγότερο από πέντε λεπτά.
02
καταβροχθίζω με τα μάτια, κοιτάζω με λαχτάρα
regarder avec une intense concentration ou passion
Παραδείγματα
Il dévorait la scène avec ses yeux grands ouverts.
Καταβρόχθιζε τη σκηνή με τα μάτια του ανοιχτά.
03
καταβροχθίζω βιβλία, διαβάζω με λαχτάρα
lire avec une grande avidité et rapidité
Παραδείγματα
Elle dévore trois romans par semaine.
Αυτή καταβροχθίζει τρία μυθιστορήματα την εβδομάδα.
04
καταβροχθίζω, καταστρέφω ολοκληρωτικά
détruire complètement et irréversiblement
Παραδείγματα
L'incendie a dévoré toute la maison en une heure.
Η πυρκαγιά κατάπια ολόκληρο το σπίτι σε μία ώρα.
05
βασανίζω, καταβροχθίζω
causer une souffrance mentale ou émotionnelle intense
Παραδείγματα
Le remords le dévore depuis cet accident.
Η τύψη τον καταβροχθίζει από αυτό το ατύχημα.



























