Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dézipper
01
ανοίγω το φερμουάρ, ξεκλειδώνω το φερμουάρ
ouvrir une fermeture éclair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dézippe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dézippons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dézipperai
παθητική μετοχή
dézippé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dézippions
Παραδείγματα
Elle a dézippé sa veste en arrivant à la maison.
Αυτή άνοιξε το σακάκι της όταν έφτασε στο σπίτι.



























