poubelleprésenter
από 10
poubelleprésenter
poubelle[n]

σκουπιδοτενεκές,κάδος απορριμμάτων

pouce[n]

αντίχειρας,ο αντίχειρας

poudre[n]

σκόνη,κόνις

poudrer[v]

προσθέτω πούδρα,σκονίζω

poulailler[n]

κοτέτσι,καταφύγιο πουλερικών

poulain[n]

πουλάρι,αλογάκι

poule[n]
poulet[n]

κοτόπουλο,κότα

poulpe[n]

χταπόδι,οκτάποδο

pouls[n]

σφυγμός,παλμός

poumon[n]

πνεύμονας,πνεύμονες

poupée[n]

κούκλα,παιχνιδοκούκλα

pour[prep][adj][n][adv]

για • υπέρ • πλεονέκτημα,υπέρ • υπέρ,για

pour achever le tableau[phrase]
pour cent[n]

τοις εκατό,ποσοστό

pourboire[n]

φιλοδώρημα,προσαύγιο

pourcentage[n]

ποσοστό,επί τοις εκατό

pourparler[n]

συνομιλίες,διαπραγματεύσεις

pourpre[adj][n]

πορφυρό,βαθύ κόκκινο • ερύθημα,κοκκίνισμα

pourquoi[adv]

γιατί

pourri[adj]
poursuite[n]

κυνηγητό,καταδίωξη

poursuivre[v]

καταδιώκω,κυνηγώ

pourtant[adv]

όμως

pousse[n]

βλαστός,φυτρώμα

pousser[v]

σπρώχνω,πιέζω

poussette[n]

καροτσάκι,παιδικό καροτσάκι

poussière[n]

σκόνη,κονιορτός

poussiéreux[adj]
poussin[n]

κοτοπουλάκι,νεοσσός οικόσιτου πουλιού

poutre[n]

δοκάρι,πατούρι

pouvoir[v][n]

μπορώ • εξουσία,δύναμη

prairie[n]

λιβάδι,βοσκότοπος

praticien[n]

ειδικός,ειδικευμένος γιατρός

pratique[adj][n]

πρακτικός,χρήσιμος • πρακτική,άσκηση

pratiquer[v]

πρακτική,ασκώ

préalable[adj][n]
préambule[n]
précarité[n]
précaution[n]

προφύλαξη,προσοχή

précédent[adj]
précéder[v]

προηγούμαι,προλαμβάνω

précieusement[adv]
précipitamment[adv]
précipitations[n]
précipiter[v]

ορμώ,βιάζομαι

précis[adj][n]

ακριβής,σαφής • εγχειρίδιο,οδηγός

précisément[adv]

ακριβώς,ακριβώς

préciser[v]

διευκρινίζω,καθορίζω

préconiser[v]
prédateur[n]

θηρευτής,αρπακτικό ζώο

prédilection[n]

προτίμηση,κλίση

prédire[v]
prédominance[n]
préfabriqué[adj][n]
préface[n]

πρόλογος,εισαγωγή

préfecture[n]

νομαρχία,κτίριο της νομαρχίας

préférable[adj]

προτιμότερος,καλύτερος

préféré[adj]

αγαπημένος

préférer[v]

προτιμώ,ευνοώ

préfixer[v]
préhistorique[adj]

προϊστορικός,προϊστορική

préjudice[n]
préjugé[n]

προκατάληψη,προδιάθεση

premier[adj]

πρώτος,αρχικός

premier étage[n]

πρώτος όροφος

premier rôle[n]
première[n]

πρώτη θέση,θέση πολυτελείας

première de couverture[n]

εξώφυλλο,πρόσθια όψη

première partie[n]

πράξη έναρξης,αρχική παράσταση

première pierre[n]

ακρογωνιαίος λίθος,θεμέλιος λίθος

prémisse[n]

πρόταση,υπόθεση

premium[n]

πρόγραμμα premium,συνδρομή premium

prémonition[n]

προαίσθηση,προμήνυμα

prenant[adj]

συναρπαστικός,γοητευτικός

prendre[v]

παίρνω,πιάνομαι

prendre contact[phrase]
prendre de court[phrase]
prendre du poids[phrase]
prendre le parti[phrase]
prendre parti[phrase]
prendre pour[phrase]
prendre un coup de vieux[phrase]
prendre une douche[phrase]
prénom[n]

όνομα

préoccupation[n]

ανησυχία,έγνοια

préparatifs[n]

προετοιμασίες

préparer[v]

προετοιμάζω,οργανώνω

préposition[n]

πρόθεση,πρόθεση

préquel[n]

πρίκουελ,προϊστορία

près[adv]

κοντά,πλησίον

près de[prep]

κοντά σε,δίπλα σε

présage[n]

προμήνυμα,μαντείο

prescription[n]

εντολή,οδηγία

prescrire[v]

συνταγογραφώ

présent[adj][n]

παρών,υπάρχων • τρέχουσα στιγμή,παρόν

présentable[adj]
présentateur[n]

παρουσιαστής,εκφωνητής

présentation[n]

παρουσίαση,εισαγωγή

présenter[v]

δείχνω,παρουσιάζω

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή