Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poursuivre
01
καταδιώκω, κυνηγώ
chercher à atteindre ou attraper quelqu'un ou quelque chose en mouvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poursuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poursuivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poursuivrai
ενεστώτα μετοχή
poursuivant
παθητική μετοχή
poursuivi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poursuivions
Παραδείγματα
La police poursuit le voleur dans les rues.
Η αστυνομία καταδιώκει τον κλέφτη στους δρόμους.
02
καταδιώκω, ακολουθώ
s'efforcer d'obtenir ou de réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Elle poursuit ses rêves malgré les obstacles.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
poursuivre
pour
suivre



























