poursuivre
poursuivre
puʁsɥivʁ
poorsüivr

Ορισμός και σημασία του "poursuivre"στα γαλλικά

poursuivre
01

καταδιώκω, κυνηγώ

chercher à atteindre ou attraper quelqu'un ou quelque chose en mouvement 
poursuivre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poursuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poursuivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poursuivrai
ενεστώτα μετοχή
poursuivant
παθητική μετοχή
poursuivi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poursuivions
Παραδείγματα
La police poursuit le voleur dans les rues. 

Η αστυνομία καταδιώκει τον κλέφτη στους δρόμους.

02

καταδιώκω, ακολουθώ

s'efforcer d'obtenir ou de réaliser quelque chose 
poursuivre definition and meaning
Παραδείγματα
Elle poursuit ses rêves malgré les obstacles. 

Λεξικό Δέντρο

poursuivre

pour

+

suivre

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store