Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poursuivre
01
καταδιώκω, κυνηγώ
chercher à atteindre ou attraper quelqu'un ou quelque chose en mouvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
poursuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
poursuivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
poursuivrai
ενεστώτα μετοχή
poursuivant
παθητική μετοχή
poursuivi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
poursuivions
Παραδείγματα
Le chat poursuit la souris dans la maison.
Η γάτα καταδιώκει το ποντίκι στο σπίτι.
02
καταδιώκω, ακολουθώ
s'efforcer d'obtenir ou de réaliser quelque chose
Παραδείγματα
L' artiste poursuit l' innovation dans ses créations.
Λεξικό Δέντρο
poursuivre
pour
suivre



























