le poulpe
poulpe
pʊlp
πουλπ
pouliepoupepulpepoule

Ορισμός και σημασία του "poulpe"στα γαλλικά

01

χταπόδι, οκτάποδο

mollusque marin à huit bras munis de ventouses, capable de se faufiler dans de petits espaces et de changer de couleur pour se camoufler 
le poulpe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poulpes
Παραδείγματα
Le poulpe utilise ses bras pour attraper sa nourriture. 

Το χταπόδι χρησιμοποιεί τα πλοκάμια του για να πιάσει το φαγητό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store