Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abrir
01
ανοίγω
hacer que algo cerrado se pueda usar, ver o acceder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
abro
γ΄ ενικό πρόσωπο
abre
ενεστώτα μετοχή
abriendo
απλός αόριστος
abrió
παθητική μετοχή
abierto
Παραδείγματα
Abro la puerta cada mañana.
Ανοίγω την πόρτα κάθε πρωί.
02
ανοίγω, ανοίγνω
quitar una cubierta, tapa o protección para mostrar lo que hay debajo
Παραδείγματα
Abrimos la botella de vino.
Ανοίγουμε το μπουκάλι κρασί.
03
ανοίγω
despejar o permitir el paso donde había obstrucción
Παραδείγματα
Abrieron la carretera después del accidente.
Άνοιξαν τον δρόμο μετά το ατύχημα.
04
ανοίγω, ξεκινώ
iniciar un negocio, establecimiento o actividad
Παραδείγματα
La oficina abrió esta mañana.
Το γραφείο άνοιξε σήμερα το πρωί.
05
ανοίγω
quitar el envoltorio o cubierta de algo
Παραδείγματα
Abrí el regalo con emoción.
Άνοιξα το δώρο με συγκίνηση.
06
ανοίγομαι
expresar pensamientos, emociones o sentimientos personales
Παραδείγματα
Se abrió con su amigo y contó todo.
Άνοιξε στον φίλο του και τα είπε όλα.



























