abrochar

Ορισμός και σημασία του "abrochar"στα ισπανικά

abrochar
01

νικώ

(México) ganar o vencer a alguien en un juego o competencia
abrochar definition and meaning
Παραδείγματα
Abrocharon al equipo visitante en el último minuto.
Νίκησαν τη φιλοξενούμενη ομάδα στο τελευταίο λεπτό.
02

κουμπώνω, δένω

cerrar o sujetar algo con botones, cierres o hebillas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abrocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
abrocha
ενεστώτα μετοχή
abrochando
απλός αόριστος
abrochó
παθητική μετοχή
abrochado
Παραδείγματα
Abrochó la mochila con cuidado.
Έκλεισε το σακίδιο προσεκτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store