Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absorber
[past form: absorbí][present form: absorbo]
01
απορροφώ, απορροφάω
tomar o captar algo, como líquido, energía o información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
absorbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
absorbe
ενεστώτα μετοχή
absorbiendo
απλός αόριστος
absorbí
παθητική μετοχή
absorbido
Παραδείγματα
El suelo absorbe el agua de la lluvia.
Το έδαφος απορροφά το νερό της βροχής.



























