Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incapacitate
01
ακινητοποιώ, καθιστώ ανίκανο
to make something unable to work properly
Transitive: to incapacitate a system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incapacitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
incapacitates
ενεστώτα μετοχή
incapacitating
απλός αόριστος
incapacitated
παθητική μετοχή
incapacitated
Παραδείγματα
The power outage incapacitated the entire building, rendering all electronic devices and equipment non-functional.
Η διακοπή ρεύματος απενεργοποίησε ολόκληρο το κτίριο, καθιστώντας όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές και τον εξοπλισμό μη λειτουργικούς.
1.1
ακινητοποιώ, αποδυναμώνω
to injure or weaken someone in a way that one cannot live normally
Transitive: to incapacitate a person or their body parts
Παραδείγματα
The spinal cord injury incapacitated him, leaving him paralyzed from the waist down.
Ο τραυματισμός της σπονδυλικής στήλης τον αποδυνάμωσε, αφήνοντάς τον παράλυτο από τη μέση και κάτω.
1.2
ακυρώνω την ικανότητα, αναγνωρίζω ως ανίκανο
to take away someone's ability to make their own decisions through a court order because they have a physical or mental problem
Transitive: to incapacitate sb
Παραδείγματα
The court ruled to incapacitate the elderly woman due to her advanced dementia.
Το δικαστήριο αποφάσισε να ακυρώσει την ικανότητα της ηλικιωμένης γυναίκας λόγω της προχωρημένης άνοίας της.
Λεξικό Δέντρο
incapacitated
incapacitating
incapacitate
capacitate
capacit



























