haze
haze
heɪz
χειζ
mazerazewaysnaze

Ορισμός και σημασία του "haze"στα αγγλικά

01

ομίχλη, καπνός

a suspension of fine particles, such as dust, smoke, or moisture, in the air, causing reduced visibility 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hazes
Παραδείγματα
The city skyline was obscured by a thick haze of pollution, reducing visibility for miles. 

Ο ορίζοντας της πόλης ήταν καλυμμένος από ένα πυκνό ομίχλη ρύπανσης, μειώνοντας την ορατότητα για μίλια.

02

ομίχλη, σύγχυση

a state of vagueness in which thoughts and perceptions lack clarity 
Παραδείγματα
After the surgery, she wandered the hallways in a haze, unable to focus on anything. 

Μετά την εγχείρηση, περιπλανιόταν στους διαδρόμους σε μια ομίχλη, ανίκανη να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε.

to haze
01

βασανίζω, παρενοχλώ

to torment someone, especially as part of initiation rites in military or college settings 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haze
γ΄ ενικό πρόσωπο
hazes
ενεστώτα μετοχή
hazing
απλός αόριστος
hazed
παθητική μετοχή
hazed
Παραδείγματα
The new cadets were hazed relentlessly on their first night at the barracks. 

Οι νέοι δόκιμοι βασανίστηκαν αμείλικτα την πρώτη τους νύχτα στους στρατώνες.

02

θαμπώνω, ομίχλω

to become blurred as fine droplets, dust, or vapor collect on a surface or in the air, diminishing clarity 
Παραδείγματα
The storefront glass hazed over as customers breathed on the cold surface. 

Το τζάμι του καταστήματος θαμπώθηκε καθώς οι πελάτες αναπνέαν στην κρύα επιφάνεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hazy
haze
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store