Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haze
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hazes
Παραδείγματα
The city woke up to a haze of humidity, causing a dewy layer on surfaces throughout the neighborhood.
Η πόλη ξύπνησε με μια ομίχλη υγρασίας, προκαλώντας ένα στρώμα δροσιάς σε επιφάνειες σε όλη τη γειτονιά.
02
ομίχλη, σύγχυση
a state of vagueness in which thoughts and perceptions lack clarity
Παραδείγματα
Even hours later, I remained in a haze, recalling only fragments of the conversation.
Ακόμη και ώρες αργότερα, παρέμεινα σε μια ομίχλη, θυμόμουν μόνο θραύσματα της συζήτησης.
to haze
01
βασανίζω, παρενοχλώ
to torment someone, especially as part of initiation rites in military or college settings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
haze
γ΄ ενικό πρόσωπο
hazes
ενεστώτα μετοχή
hazing
απλός αόριστος
hazed
παθητική μετοχή
hazed
Παραδείγματα
The rookie officers filed a complaint after they were hazed by their seniors.
Οι νέοι αξιωματικοί υπέβαλλαν καταγγελία αφού τρομοκρατήθηκαν από τους ανωτέρους τους.
02
θαμπώνω, ομίχλω
to become blurred as fine droplets, dust, or vapor collect on a surface or in the air, diminishing clarity
Παραδείγματα
In the submarine 's control room, the portholes hazed from the temperature difference.
Στο χώρο ελέγχου του υποβρυχίου, τα φεγγίσματα θαμπώθηκαν λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας.
Λεξικό Δέντρο
hazy
haze



























