Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gladdest
συγκριτικός βαθμός
gladder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was glad to finally see his family after being away for so long.
Ήταν ευτυχής που τελικά είδε την οικογένειά του μετά από τόσο καιρό απουσίας.
02
ευτυχισμένος, χαρούμενος
feeling thankful or relieved about something
Παραδείγματα
She was secretly glad of the silence after the noisy crowd left.
Ήταν κρυφά ευτυχισμένη για τη σιωπή μετά την αναχώρηση του θορυβώδους πλήθους.
Παραδείγματα
They were only too glad to volunteer for the event.
Ήταν μόνο πολύ ευχαριστημένοι να εθελοντήσουν για την εκδήλωση.
to glad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glad
γ΄ ενικό πρόσωπο
glads
ενεστώτα μετοχή
gladding
απλός αόριστος
gladded
παθητική μετοχή
gladded
Παραδείγματα
The sight of spring flowers glads the heart after a long winter.
Η θέα των ανοιξιάτικων λουλουδιών ευφραίνει την καρδιά μετά από έναν μακρύ χειμώνα.
Glad
01
γλαδιόλα, ξιφοφόρο λουλούδι
a tall flowering plant with sword-shaped leaves and colorful blooms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glads
Παραδείγματα
Her favorite flowers were glads because of their bright, cheerful look.
Τα αγαπημένα της λουλούδια ήταν τα γλαδιόλους λόγω της φωτεινής, χαρούμενης εμφάνισής τους.
Λεξικό Δέντρο
gladden
gladly
gladness
glad



























