Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gladdest
συγκριτικός βαθμός
gladder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was glad to hear the news of her friend's success.
Ήταν ευτυχής να ακούσει την είδηση της επιτυχίας του φίλου της.
02
ευτυχισμένος, χαρούμενος
feeling thankful or relieved about something
Παραδείγματα
She was glad of her umbrella when the rain started pouring.
Ήταν ευτυχισμένη με την ομπρέλα της όταν άρχισε να βρέχει.
Παραδείγματα
I'd be glad to answer any questions you have.
Θα χαρούμε να απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτηση έχετε.
to glad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glad
γ΄ ενικό πρόσωπο
glads
ενεστώτα μετοχή
gladding
απλός αόριστος
gladded
παθητική μετοχή
gladded
Παραδείγματα
Let this music glad your soul and ease your sorrow.
Αφήστε αυτή τη μουσική να χαροποιήσει την ψυχή σας και να ανακουφίσει τη θλίψη σας.
Glad
01
γλαδιόλα, ξιφοφόρο λουλούδι
a tall flowering plant with sword-shaped leaves and colorful blooms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glads
Παραδείγματα
She placed a vase of fresh glads on the dining table.
Τοποθέτησε ένα βάζο με φρέσκα γλαδιόλους στο τραπέζι του δωματίου.
Λεξικό Δέντρο
gladden
gladly
gladness
glad



























