Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glair
01
glair, ασπράδι αυγού
a clear, viscous substance made from egg whites that is often used in the preparation of art and in bookbinding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glairs



























