Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get by
01
τα βγάζω πέρα, επιβιώνω
to be capable of living or doing something using the available resources, knowledge, money, etc.
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get by
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets by
ενεστώτα μετοχή
getting by
απλός αόριστος
got by
παθητική μετοχή
gotten by
Παραδείγματα
He didn't know the local language, but he could get by using basic phrases and gestures.
Δεν ήξερε τη τοπική γλώσσα, αλλά μπορούσε να τα βγάλει πέρα χρησιμοποιώντας βασικές φράσεις και χειρονομίες.
02
περνώ απαρατήρητος, ξεφεύγω
to escape notice or punishment
Intransitive
Παραδείγματα
In the undercover operation, the agent aimed to get by without arousing suspicion.
Στη μυστική επιχείρηση, ο πράκτορας στόχευε να ξεγλιστρήσει χωρίς να κινήσει υποψίες.
03
περνώ, ξεπεράσω
to move past an obstacle or challenge
Transitive: to get by an obstacle or challenge
Παραδείγματα
To reach the hidden treasure, they had to get by the dense jungle and various traps.
Για να φτάσουν στον κρυμμένο θησαυρό, έπρεπε να περάσουν από το πυκνό δάσος και διάφορες παγίδες.
04
περνώ απαρατήρητος, γλιστρώ
to move past someone or something without being noticed
Transitive: to get by sb/sth
Παραδείγματα
He slyly helped his friend to get by the security guard.
Βοήθησε πονηρά τον φίλο του να περάσει τον φύλακα.
05
τα βγάζω πέρα, καταφέρνω
to do well enough to avoid failure by meeting the basic requirements
Intransitive
Παραδείγματα
He managed to get by in the exam by answering the minimum required questions.
Κατάφερε να τα βγάλει πέρα στις εξετάσεις απαντώντας στις ελάχιστες απαιτούμενες ερωτήσεις.



























