Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excruciating
01
βασανιστικός, ανυπόφορος
causing extreme pain or discomfort
Παραδείγματα
The athlete pushed through the excruciating fatigue to cross the finish line.
Ο αθλητής ξεπέρασε την αφόρητη κούραση για να διασχίσει τη γραμμή τερματισμού.
Λεξικό Δέντρο
excruciatingly
excruciating
excruciate



























