Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excrete
01
εκκρίνω, αποβάλλω
to discharge waste products or substances from the body or cells into the environment, typically through urine, feces, or sweat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
excretes
ενεστώτα μετοχή
excreting
απλός αόριστος
excreted
παθητική μετοχή
excreted
Παραδείγματα
The kidneys excrete excess water and waste products from the bloodstream.
Τα νεφρά εκκρίνουν το περίσσιο νερό και τα απόβλητα από την κυκλοφορία του αίματος.
Λεξικό Δέντρο
excrescence
excreting
excretion
excrete



























