Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excoriation
01
εκδήλωση δριμείας κριτικής, σκληρή κριτική
the action or process of severely criticizing someone or something harshly through verbal attack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excoriations
Παραδείγματα
Employees feared the yearly performance reviews would involve public excoriation of their faults.
Οι εργαζόμενοι φοβόταν ότι οι ετήσιες αξιολογήσεις απόδοσης θα περιλάμβαναν δημόσια κατακραυγή των λαθών τους.
02
εκδορή, δερματική διάβρωση
an abraded area where the skin is torn or worn off
Λεξικό Δέντρο
excoriation
excoriate



























