Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclusive
01
αποκλειστικός, κατοχυρωμένος
limited to a particular person, group, or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exclusive
συγκριτικός βαθμός
more exclusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The club offers exclusive membership privileges, including access to private events and facilities.
Η λέσχη προσφέρει αποκλειστικά προνόμια μέλους, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ιδιωτικές εκδηλώσεις και εγκαταστάσεις.
Παραδείγματα
The meeting had an exclusive focus on strategic planning.
Η συνάντηση είχε αποκλειστική εστίαση στον στρατηγικό σχεδιασμό.
03
αποκλειστικός, περιορισμένος
restricted or limited to a select group, often offering premium quality or services to a specific, privileged audience
Παραδείγματα
The exclusive concert tickets were only available to members of the fan club.
Τα αποκλειστικά εισιτήρια συναυλίας ήταν διαθέσιμα μόνο για τα μέλη του fan club.
04
αποκλειστικός, πιστός
committed to a romantic or sexual relationship with one person, without involvement with others
Παραδείγματα
They chose to be exclusive after their long conversations about commitment.
Επέλεξαν να είναι αποκλειστικοί μετά τις μεγάλες συζητήσεις τους για τη δέσμευση.
Exclusive
01
αποκλειστικό, σκοοπ
a news story that has not been reported or published by any other news organization or agency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exclusives
Παραδείγματα
The journalist broke an exclusive about the company's upcoming merger.
Ο δημοσιογράφος ανακοίνωσε μια αποκλειστική για την επερχόμενη συγχώνευση της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
exclusively
exclusiveness
unexclusive
exclusive
exclu



























