exclusive
exc
ˈɪksk
iksk
lu
lu:
loo
sive
sɪv
siv
excursiveexcessiveextrusive

Ορισμός και σημασία του "exclusive"στα αγγλικά

01

αποκλειστικός, κατοχυρωμένος

limited to a particular person, group, or purpose 
exclusive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exclusive
συγκριτικός βαθμός
more exclusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The club offers exclusive membership privileges, including access to private events and facilities. 

Η λέσχη προσφέρει αποκλειστικά προνόμια μέλους, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ιδιωτικές εκδηλώσεις και εγκαταστάσεις.

02

αποκλειστικός, συγκεκριμένος

focusing on one particular aspect or group 
Παραδείγματα
The meeting had an exclusive focus on strategic planning. 

Η συνάντηση είχε αποκλειστική εστίαση στον στρατηγικό σχεδιασμό.

03

αποκλειστικός, περιορισμένος

restricted or limited to a select group, often offering premium quality or services to a specific, privileged audience 
Παραδείγματα
The exclusive concert tickets were only available to members of the fan club. 

Τα αποκλειστικά εισιτήρια συναυλίας ήταν διαθέσιμα μόνο για τα μέλη του fan club.

04

αποκλειστικός, πιστός

committed to a romantic or sexual relationship with one person, without involvement with others 
Παραδείγματα
They chose to be exclusive after their long conversations about commitment. 

Επέλεξαν να είναι αποκλειστικοί μετά τις μεγάλες συζητήσεις τους για τη δέσμευση.

01

αποκλειστικό, σκοοπ

a news story that has not been reported or published by any other news organization or agency 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exclusives
Παραδείγματα
The journalist broke an exclusive about the company's upcoming merger. 

Ο δημοσιογράφος ανακοίνωσε μια αποκλειστική για την επερχόμενη συγχώνευση της εταιρείας.

Λεξικό Δέντρο

exclusively
exclusiveness
unexclusive
exclusive
exclu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store