to select
se
si
lect
ˈlɛkt
lekt
resectexpectaffectinfect

Ορισμός και σημασία του "select"στα αγγλικά

to select
01

επιλέγω, διαλέγω

to choose someone or something from a group of people or things 
Transitive: to select sb/sth
to select definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
select
γ΄ ενικό πρόσωπο
selects
ενεστώτα μετοχή
selecting
απλός αόριστος
selected
παθητική μετοχή
selected
Παραδείγματα
The coach carefully selects players for each match based on their skills and performance. 

Ο προπονητής επιλέγει προσεκτικά τους παίκτες για κάθε αγώνα με βάση τις δεξιότητες και τις επιδόσεις τους.

02

επιλέγω, επισημαίνω

(computing) to highlight or choose something on a computer screen 
Transitive: to select a digital file or data
to select definition and meaning
Παραδείγματα
To open a file, first, select it from the list of documents in the file manager. 

Για να ανοίξετε ένα αρχείο, πρώτα, επιλέξτε το από τη λίστα των εγγράφων στο διαχειριστή αρχείων.

01

επιλεγμένος, επιλεκτικός

chosen due to possessing particular qualities or characteristics 
select definition and meaning
Παραδείγματα
The store offers a select range of premium wines from around the world. 

Το κατάστημα προσφέρει μια επιλεγμένη γκάμα premium κρασιών από όλο τον κόσμο.

02

επιλεγμένος, ελίτ

representing the finest quality or highest standard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most select
συγκριτικός βαθμός
more select
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She attended a select private school known for its academic excellence. 

Πήγε σε ένα επιλεγμένο ιδιωτικό σχολείο γνωστό για την ακαδημαϊκή του αριστεία.

Λεξικό Δέντρο

selected
selection
selective
select
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store