Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
specific
01
συγκεκριμένος, ειδικός
related to or involving only one certain thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor prescribed a specific medication to treat the patient's symptoms.
Ο γιατρός συνέταξε ένα συγκεκριμένο φάρμακο για τη θεραπεία των συμπτωμάτων του ασθενούς.
Παραδείγματα
The specific traits of the bird species distinguish it from other birds in the region.
Τα ειδικά χαρακτηριστικά του είδους του πουλιού το διακρίνουν από άλλα πουλιά στην περιοχή.
Specific
01
συγκεκριμένο, συγκεκριμένο φάρμακο
a treatment or medication intended for a particular condition or patient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
specifics
Παραδείγματα
The doctor prescribed a specific for the infection.
Ο γιατρός συνέταξε ένα συγκεκριμένο για τη λοίμωξη.
02
ειδικότητα, λεπτομέρεια
a distinct element that forms part of a whole
Παραδείγματα
The document outlined the specifics of the new policy.
Το έγγραφο περιέγραψε τα χαρακτηριστικά της νέας πολιτικής.
Λεξικό Δέντρο
nonspecific
specifically
unspecific
specific
specif



























