Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to specialize
01
ειδικεύομαι, εξειδικεύομαι
to have the necessary knowledge, experience, or set of skills in a particular field
Intransitive: to specialize in a field of knowledge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
specialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
specializes
ενεστώτα μετοχή
specializing
απλός αόριστος
specialized
παθητική μετοχή
specialized
Παραδείγματα
After years of general practice, the dentist chose to specialize in pediatric dentistry.
Μετά από χρόνια γενικής πρακτικής, ο οδοντίατρος επέλεξε να ειδικευτεί στην παιδοδοντιατρική.
02
ειδικεύομαι, ειδικεύω
to focus or direct something towards a specific purpose
Transitive: to specialize an activity
Παραδείγματα
The coach specialized his training to improve the team’s defense strategy.
Ο προπονητής ειδικεύτηκε την προπόνησή του για να βελτιώσει τη στρατηγική άμυνας της ομάδας.
03
ειδικεύομαι, τονίζω
to point out or highlight something specifically
Transitive: to specialize a topic
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
In his report, he specialized the issues that needed immediate attention.
Στην έκθεσή του, ειδικεύτηκε τα θέματα που χρειάζονταν άμεση προσοχή.
04
ειδικεύομαι, προσαρμόζω
to modify or design an organ or part of something to serve a specific purpose or function
Intransitive
Παραδείγματα
The bird's beak has specialized to help it extract nectar from flowers.
Το ράμφος του πουλιού έχει ειδικευτεί για να βοηθά στην εξαγωγή νέκταρ από τα λουλούδια.
05
ειδικεύομαι, εξειδικεύομαι
to focus exclusively on offering a specific product or service
Intransitive: to specialize in a specific type of product
Παραδείγματα
The bakery specializes in gluten-free cakes and pastries.
Το φούρνο ειδικεύεται σε κέικ και γλυκά χωρίς γλουτένη.
Λεξικό Δέντρο
overspecialize
specialized
specializer
specialize
special



























