Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Specialist
01
ειδικός, εμπειρογνώμονας
a person with extensive knowledge or skill in a specific field or area of expertise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
specialists
Παραδείγματα
She is a specialist in renewable energy technologies.
Είναι ειδικός στις τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας.
02
ειδικός
a doctor who is highly trained in a particular area of medicine
Παραδείγματα
She consulted a dermatologist, a specialist in skin conditions, for her persistent rash.
Συμβουλεύτηκε έναν δερματολόγο, έναν ειδικό σε καταστάσεις του δέρματος, για το επίμονο εξάνθημά της.
specialist
01
ειδικευμένος
involving detailed knowledge or expertise in a specific area or subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most specialist
συγκριτικός βαθμός
more specialist
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His specialist knowledge of ancient history is highly valued.
Η ειδική γνώση του για την αρχαία ιστορία είναι πολύτιμη.
Λεξικό Δέντρο
specialist
special



























