specialist
spe
ˈspɛ
σπε
cia
ʃə
σα
list
ləst
λαστ
/spˈɛʃə‍lˌɪst/

Ορισμός και σημασία του "specialist"στα αγγλικά

01

ειδικός, εμπειρογνώμονας

a person with extensive knowledge or skill in a specific field or area of expertise
specialist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
specialists
Παραδείγματα
The company hired a cybersecurity specialist.
Η εταιρεία προσέλαβε έναν ειδικό στην κυβερνοασφάλεια.
02

ειδικός

a doctor who is highly trained in a particular area of medicine
specialist definition and meaning
Παραδείγματα
The specialist ’s office is located in the city ’s medical district.
Το γραφείο του ειδικού βρίσκεται στην ιατρική περιοχή της πόλης.
specialist
01

ειδικευμένος

involving detailed knowledge or expertise in a specific area or subject
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book provides specialist insights into climate change.
Το βιβλίο παρέχει ειδικευμένες γνώσεις για την κλιματική αλλαγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store