Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to specialize
01
ειδικεύομαι, εξειδικεύομαι
to have the necessary knowledge, experience, or set of skills in a particular field
Intransitive: to specialize in a field of knowledge
Παραδείγματα
After law school, he specialized in intellectual property law, protecting creative innovations.
Μετά τη νομική σχολή, ειδικεύτηκε στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, προστατεύοντας δημιουργικές καινοτομίες.
02
ειδικεύομαι, ειδικεύω
to focus or direct something towards a specific purpose
Transitive: to specialize an activity
Παραδείγματα
The chef specialized the menu to focus on sustainable, locally sourced ingredients.
Ο σεφ ειδικεύτηκε το μενού για να εστιάσει σε βιώσιμα, τοπικά προμηθευόμενα συστατικά.
03
ειδικεύομαι, τονίζω
to point out or highlight something specifically
Transitive: to specialize a topic
Παραδείγματα
The book specialized the challenges faced by the immigrants in their new country.
Το βιβλίο ειδικεύτηκε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες στη νέα τους χώρα.
04
ειδικεύομαι, προσαρμόζω
to modify or design an organ or part of something to serve a specific purpose or function
Intransitive
Παραδείγματα
Human hands have specialized with opposable thumbs to grasp and manipulate tools effectively.
Τα ανθρώπινα χέρια έχουν ειδικευτεί με αντίθετους αντίχειρες για να πιάνουν και να χειρίζονται εργαλεία αποτελεσματικά.
05
ειδικεύομαι, εξειδικεύομαι
to focus exclusively on offering a specific product or service
Intransitive: to specialize in a specific type of product
Παραδείγματα
They specialize in handmade furniture from reclaimed wood.
Ειδικεύονται σε έπιπλα χειροποίητα από ανακυκλωμένο ξύλο.
Λεξικό Δέντρο
overspecialize
specialized
specializer
specialize
special



























