Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
certain
01
βέβαιος, σίγουρος
feeling completely sure about something and showing that you believe it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most certain
συγκριτικός βαθμός
more certain
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Being certain of her feelings, she decided to confess her love.
Όντας βέβαιη για τα συναισθήματά της, αποφάσισε να ομολογήσει την αγάπη της.
02
συγκεκριμένος, ιδιαίτερος
referring to a specific thing, person, or group, distinct from others
Παραδείγματα
She had a certain feeling that everything would turn out fine in the end.
Είχε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα ότι όλα θα κατέληγαν καλά στο τέλος.
2.1
ένας συγκεκριμένος, κάποιος με το όνομα
used with a name to refer to someone unknown or unspecified
Παραδείγματα
It was a certain John who delivered the package.
Ήταν ένας συγκεκριμένος John που παρέδωσε το πακέτο.
Παραδείγματα
The storm's arrival is certain, so we should prepare for it.
Η άφιξη της καταιγίδας είναι βεβαιωμένη, οπότε πρέπει να προετοιμαστούμε για αυτήν.
Παραδείγματα
He is certain to win the competition.
Είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει τον διαγωνισμό.
05
βέβαιος, αξιόπιστος
dependable and guaranteed to produce a specific result
Παραδείγματα
There is a certain remedy for the common cold that helps alleviate symptoms.
Υπάρχει ένα σίγουρο φάρμακο για το κοινό κρυολόγημα που βοηθά στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Λεξικό Δέντρο
certainly
certainty
incertain
certain



























