Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Certainty
Παραδείγματα
His certainty about the project's success helped persuade others to invest in it.
Η βεβαιότητά του για την επιτυχία του έργου βοήθησε να πείσει άλλους να επενδύσουν σε αυτό.
02
βεβαιότητα, εμφάνεια
a situation or fact that is absolutely clear and cannot be questioned or altered
Παραδείγματα
After years of hard work, her promotion was a certainty.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, η προαγωγή της ήταν μια βεβαιότητα.
Λεξικό Δέντρο
uncertainty
certainty
certain



























