Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Certainty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
certainties
Παραδείγματα
Her certainty in her ability to complete the marathon came from months of dedicated training.
Η βεβαιότητά της για την ικανότητά της να ολοκληρώσει το μαραθώνιο προερχόταν από μήνες αφοσιωμένης προπόνησης.
02
βεβαιότητα, εμφάνεια
a situation or fact that is absolutely clear and cannot be questioned or altered
Παραδείγματα
The project's completion by next month is a certainty.
Η ολοκλήρωση του έργου μέχρι τον επόμενο μήνα είναι μια βεβαιότητα.
Λεξικό Δέντρο
uncertainty
certainty
certain



























