certainty
cer
ˈsɜ:
tain
tən
tēn
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "certainty"στα αγγλικά

01

βεβαιότητα

the state of being sure about something, usually when there is proof 
certainty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
certainties
Παραδείγματα
Her certainty in her ability to complete the marathon came from months of dedicated training. 

Η βεβαιότητά της για την ικανότητά της να ολοκληρώσει το μαραθώνιο προερχόταν από μήνες αφοσιωμένης προπόνησης.

02

βεβαιότητα, εμφάνεια

a situation or fact that is absolutely clear and cannot be questioned or altered 
Παραδείγματα
The project's completion by next month is a certainty. 

Η ολοκλήρωση του έργου μέχρι τον επόμενο μήνα είναι μια βεβαιότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store