seldom
sel
ˈsɛl
sel
dom
dəm
dēm

Ορισμός και σημασία του "seldom"στα αγγλικά

01

σπάνια, σπανίως

used to refer to something that happens rarely or infrequently 
seldom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She seldom watches television. 

Εκείνη σπάνια βλέπει τηλεόραση.

01

σπάνιος, ασύνηθης

rarely occurring or happening 
seldom definition and meaning
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He makes seldom appearances at social events. 

Εμφανίζεται σπάνια σε κοινωνικές εκδηλώσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store