Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seldom
01
σπάνια, σπανίως
used to refer to something that happens rarely or infrequently
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She seldom watches television.
Εκείνη σπάνια βλέπει τηλεόραση.
seldom
01
σπάνιος, ασύνηθης
rarely occurring or happening
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He makes seldom appearances at social events.
Εμφανίζεται σπάνια σε κοινωνικές εκδηλώσεις.



























