Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infrequently
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She infrequently checks her email on weekends.
Ελέγχει σπάνια το email της τα σαββατοκύριακα.
Λεξικό Δέντρο
infrequently
frequently
frequent
frequ
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ελέγχει σπάνια το email της τα σαββατοκύριακα.
Λεξικό Δέντρο