excursive
ex
ˈɪks
iks
cur
kɜ:
sive
sɪv
siv
exclusiveexcessive

Ορισμός και σημασία του "excursive"στα αγγλικά

01

ασύνδετος, παρεκβατικός

(of a lecture, writing, etc.) likely to wander off the main topic in a confusing and incomprehensible way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excursive
συγκριτικός βαθμός
more excursive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His excursive lecture included many unrelated anecdotes that made it hard to follow the main point. 

Η πλαγιοποδική διάλεξή του περιλάμβανε πολλά άσχετα ανέκδοτα που έκαναν δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το κύριο σημείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store