essential
e
ɪ
ι
ssen
ˈsɛn
σεν
tial
ʃəl
σαλ
British pronunciation
/ɪˈsɛnʃəl/

Ορισμός και σημασία του "essential"στα αγγλικά

01

βασικός, απαραίτητος

very necessary for a particular purpose or situation
essential definition and meaning
example
Παραδείγματα
Safety equipment is essential for workers in hazardous environments.
Ο εξοπλισμός ασφαλείας είναι απαραίτητος για τους εργαζόμενους σε επικίνδυνα περιβάλλοντα.
02

απαραίτητος, θεμελιώδης

forming the core or basis of something
example
Παραδείγματα
Access to clean water is essential for the well-being of any community.
Η πρόσβαση σε καθαρό νερό είναι απαραίτητη για την ευημερία οποιασδήποτε κοινότητας.
03

απαραίτητος, θεμελιώδης

having the highest degree of significance
example
Παραδείγματα
The essential point of the discussion was finding a long-term solution.
Το βασικό σημείο της συζήτησης ήταν η εύρεση μιας μακροπρόθεσμης λύσης.
04

ουσιαστικός, ιδιοπαθής

(of a disease) without a known external cause or identifiable stimulus
example
Παραδείγματα
Essential scoliosis is a form of curvature in the spine that develops without any clear reason or associated conditions.
Η ιδιοπαθής σκολίωση είναι μια μορφή καμπυλότητας της σπονδυλικής στήλης που αναπτύσσεται χωρίς σαφή αιτία ή συναφείς παθήσεις.
01

βασικός, ανάγκη

a necessary item or element required for a specific purpose
example
Παραδείγματα
In the emergency kit, the essentials include bandages, antiseptic, and a flashlight.
Στο κιτ έκτακτης ανάγκης, τα απαραίτητα περιλαμβάνουν επίδεσμους, αντισηπτικό και έναν φακό.
02

ουσιώδες, βασικά στοιχεία

the core or most important aspects or components of something
example
Παραδείγματα
The essentials of a good relationship are trust, communication, and mutual respect.
Τα βασικά μιας καλής σχέσης είναι η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία και ο αμοιβαίος σεβασμός.

Λεξικό Δέντρο

essentiality
essentially
essentialness
essential
essent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store