Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essential
01
βασικός, απαραίτητος
very necessary for a particular purpose or situation
Παραδείγματα
Safety equipment is essential for workers in hazardous environments.
Ο εξοπλισμός ασφαλείας είναι απαραίτητος για τους εργαζόμενους σε επικίνδυνα περιβάλλοντα.
02
απαραίτητος, θεμελιώδης
forming the core or basis of something
Παραδείγματα
Access to clean water is essential for the well-being of any community.
Η πρόσβαση σε καθαρό νερό είναι απαραίτητη για την ευημερία οποιασδήποτε κοινότητας.
Παραδείγματα
The essential point of the discussion was finding a long-term solution.
Το βασικό σημείο της συζήτησης ήταν η εύρεση μιας μακροπρόθεσμης λύσης.
04
ουσιαστικός, ιδιοπαθής
(of a disease) without a known external cause or identifiable stimulus
Παραδείγματα
Essential scoliosis is a form of curvature in the spine that develops without any clear reason or associated conditions.
Η ιδιοπαθής σκολίωση είναι μια μορφή καμπυλότητας της σπονδυλικής στήλης που αναπτύσσεται χωρίς σαφή αιτία ή συναφείς παθήσεις.
Essential
01
βασικός, ανάγκη
a necessary item or element required for a specific purpose
Παραδείγματα
In the emergency kit, the essentials include bandages, antiseptic, and a flashlight.
Στο κιτ έκτακτης ανάγκης, τα απαραίτητα περιλαμβάνουν επίδεσμους, αντισηπτικό και έναν φακό.
02
ουσιώδες, βασικά στοιχεία
the core or most important aspects or components of something
Παραδείγματα
The essentials of a good relationship are trust, communication, and mutual respect.
Τα βασικά μιας καλής σχέσης είναι η εμπιστοσύνη, η επικοινωνία και ο αμοιβαίος σεβασμός.
Λεξικό Δέντρο
essentiality
essentially
essentialness
essential
essent



























