Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essential
01
βασικός, απαραίτητος
very necessary for a particular purpose or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most essential
συγκριτικός βαθμός
more essential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Adequate nutrition is essential for overall health and well-being.
Η επαρκής διατροφή είναι απαραίτητη για τη γενική υγεία και ευημερία.
02
απαραίτητος, θεμελιώδης
forming the core or basis of something
Παραδείγματα
Good communication skills are essential for effective teamwork and project management.
Οι καλές δεξιότητες επικοινωνίας είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική ομαδική εργασία και τη διαχείριση έργων.
Παραδείγματα
Effective communication is essential to the success of any team.
Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι απαραίτητη για την επιτυχία οποιασδήποτε ομάδας.
04
ουσιαστικός, ιδιοπαθής
(of a disease) without a known external cause or identifiable stimulus
Παραδείγματα
Essential hypertension is the most common form of high blood pressure and has no identifiable cause.
Η ουσιαστική υπέρταση είναι η πιο κοινή μορφή υψηλής πίεσης αίματος και δεν έχει αναγνωρίσιμη αιτία.
Essential
01
βασικός, ανάγκη
a necessary item or element required for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
essentials
Παραδείγματα
Food and water are basic essentials for survival.
Τα τρόφιμα και το νερό είναι βασικά αναγκαία για την επιβίωση.
02
ουσιώδες, βασικά στοιχεία
the core or most important aspects or components of something
Παραδείγματα
Understanding the essentials of the case was crucial for the lawyer to argue effectively.
Η κατανόηση των βασικών στοιχείων της υπόθεσης ήταν κρίσιμη για να μπορέσει ο δικηγόρος να υποστηρίξει αποτελεσματικά.
Λεξικό Δέντρο
essentiality
essentially
essentialness
essential
essent



























