necessary
ne
ˈnɛ
ne
ce
ssa
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "necessary"στα αγγλικά

01

απαραίτητος, αναγκαίος

needed to be done for a particular reason or purpose 
necessary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most necessary
συγκριτικός βαθμός
more necessary
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
requirement, action, purpose
Παραδείγματα
It is necessary to study for exams to achieve good grades. 

Είναι απαραίτητο να μελετάς για τις εξετάσεις για να επιτύχεις καλούς βαθμούς.

02

απαραίτητο, αναπόφευκτο

unable to be changed or avoided 
necessary definition and meaning
Παραδείγματα
The rise of technology is a necessary consequence of human progress. 

Η άνοδος της τεχνολογίας είναι μια αναγκαία συνέπεια της ανθρώπινης προόδου.

01

ανάγκη, απαραίτητο

a thing that is essentia for a particular purpose or situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
necessaries
Παραδείγματα
They listed all the necessary for setting up the new office, including furniture and technology. 

Κατέγραψαν όλα τα απαραίτητα για τη διαμόρφωση του νέου γραφείου, συμπεριλαμβανομένων έπιπλων και τεχνολογίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

necessarily
unnecessary
necessary
necessar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store