Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
integral
01
ολοκληρωμένος, ουσιαστικός
considered a necessary and important part of something
Παραδείγματα
Regular exercise is integral to maintaining good physical health.
Η τακτική άσκηση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της καλής φυσικής υγείας.
Παραδείγματα
An integral system requires all components to work together seamlessly.
Ένα ολοκληρωμένο σύστημα απαιτεί όλα τα συστατικά να λειτουργούν μαζί απρόσκοπτα.
03
ολόκληρος, πλήρης
( of whole numbers or quantities) complete without parts or fractions
Παραδείγματα
The problem asks for the integral part of the given real number.
Το πρόβλημα ζητά το ακέραιο μέρος του δεδομένου πραγματικού αριθμού.
Integral
Παραδείγματα
The definite integral of a probability density function gives the probability of an event occurring within a specified range.
Το ορισμένο ολοκλήρωμα μιας συνάρτησης πυκνότητας πιθανότητας δίνει την πιθανότητα να συμβεί ένα γεγονός εντός ενός καθορισμένου εύρους.
Λεξικό Δέντρο
integrality
integrally
integral



























