Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
necessary
01
απαραίτητος, αναγκαίος
needed to be done for a particular reason or purpose
Παραδείγματα
Clear communication is necessary for effective collaboration in a team.
Η σαφής επικοινωνία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική συνεργασία σε μια ομάδα.
02
απαραίτητο, αναπόφευκτο
unable to be changed or avoided
Παραδείγματα
The flooding was a necessary consequence of the heavy rain and poor drainage system.
Η πλημμύρα ήταν μια αναγκαία συνέπεια της έντονης βροχόπτωσης και του κακού αποχετευτικού συστήματος.
Necessary
01
ανάγκη, απαραίτητο
a thing that is essentia for a particular purpose or situation
Παραδείγματα
The manager discussed the necessary to complete the project, focusing on tools and staffing.
Ο διαχειριστής συζήτησε τα απαραίτητα για την ολοκλήρωση του έργου, εστιάζοντας στα εργαλεία και το προσωπικό.
Λεξικό Δέντρο
necessarily
unnecessary
necessary
necessar



























