Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unavoidable
01
αναπόφευκτος, αποφυγή αδύνατη
unable to be prevented or escaped
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unavoidable
συγκριτικός βαθμός
more unavoidable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
situation, consequence, necessity
Παραδείγματα
The traffic jam was unavoidable, causing delays for everyone on the road.
Η κίνηση ήταν αναπόφευκτη, προκαλώντας καθυστερήσεις για όλους στο δρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unavoidability
unavoidably
unavoidable
avoidable
avoid



























