Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unavailable
01
μη διαθέσιμος, απρόσιτος
not able to be obtained, reached, or used, typically because it is not ready, not present, or being used by someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unavailable
συγκριτικός βαθμός
more unavailable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The product is currently unavailable due to high demand.
Το προϊόν είναι προς το παρόν μη διαθέσιμο λόγω υψηλής ζήτησης.
Λεξικό Δέντρο
unavailable
available
avail



























