Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unauthorized
01
μη εξουσιοδοτημένος, χωρίς άδεια
not endowed with authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
authority, permission, legality
02
μη εξουσιοδοτημένος, παράνομος
not officially permitted or approved by a recognized authority
Παραδείγματα
Accessing the confidential files without permission is considered unauthorized.
Η πρόσβαση σε εμπιστευτικά αρχεία χωρίς άδεια θεωρείται μη εξουσιοδοτημένη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unauthorized
authorized
authorize
authority



























