Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unauthorized
01
μη εξουσιοδοτημένος, χωρίς άδεια
not endowed with authority
02
μη εξουσιοδοτημένος, παράνομος
not officially permitted or approved by a recognized authority
Παραδείγματα
Publishing the article without the author 's consent is an unauthorized use of their work.
Η δημοσίευση του άρθρου χωρίς τη συγκατάθεση του συγγραφέα είναι μη εξουσιοδοτημένη χρήση του έργου του.
Λεξικό Δέντρο
unauthorized
authorized
authorize
authority



























