unauthorized
Pronunciation
/əˈnɔθɝˌaɪzd/
unauthorised

Ορισμός και σημασία του "unauthorized"στα αγγλικά

unauthorized
01

μη εξουσιοδοτημένος, χωρίς άδεια

not endowed with authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

μη εξουσιοδοτημένος, παράνομος

not officially permitted or approved by a recognized authority
Παραδείγματα
Publishing the article without the author 's consent is an unauthorized use of their work.
Η δημοσίευση του άρθρου χωρίς τη συγκατάθεση του συγγραφέα είναι μη εξουσιοδοτημένη χρήση του έργου του.

Λεξικό Δέντρο

unauthorized
authorized
authorize
authority
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store