Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unavoidable
01
αναπόφευκτος, αποφυγή αδύνατη
unable to be prevented or escaped
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unavoidable
συγκριτικός βαθμός
more unavoidable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unavoidable storm caused widespread damage to the area.
Η αναπόφευκτη καταιγίδα προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στην περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
unavoidability
unavoidably
unavoidable
avoidable
avoid



























